Όπως και σε όλα τα Κυκλαδονήσια, η παραδοσιακή αιγαιοπελαγίτικη αρχιτεκτονική κυριαρχεί στους οικισμούς της Σερίφου και αντέχει στο πέρασμα των χρόνων. Εμφανής σε όλο το νησί η αμυντική αρχιτεκτονική με τους παλιούς οικισμούς μακριά από την ακτογραμμή και με καλή θέα προς το πέλαγος –για το φόβο των πειρατών–, και με τη χώρα να μοιάζει από μακριά σαν ένα συμπαγές κάστρο σκαρφαλωμένο στον απότομο βράχο.

Τα τόσο οικεία κατάλευκα σπιτάκια με τα συνήθως μπλε ή γαλάζια ξύλινα πορτοπαράθυρα και τις επίπεδες στέγες χωρίς κεραμίδια είναι ο κανόνας σε όλους τους οικισμούς. Οι σημαντικοί παράγοντες που επηρέασαν την παραδοσιακή κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική είναι το περιβάλλον, το κλίμα, ο ρόλος του νερού και του φυσικού ανάγλυφου του εδάφους. Ο οικισμός μεγάλωνε χωρίς σχεδιασμό ανάλογα με το ανάγλυφο. Το κτίσιμο ενός χωριού βάσει σχεδίου είναι κάτι πολύ σπάνιο σε όλες τις Κυκλάδες.

Η αρχιτεκτονική των σπιτιών οφειλόταν επίσης και στις οικονομικές συνθήκες, αφού μεγάλη σημασία έχουν τα χρησιμοποιούμενα μέσα αλλά και οι ικανότητες των τεχνικών. Καθώς τα οικονομικά μέσα ήταν ελάχιστα και οι εργάτες ανειδίκευτοι, τα υλικά είναι τοπικά, ανεπεξέργαστα και οι χτίστες ήταν  συνήθως οι ίδιοι οι χρήστες τους. Ο προσανατολισμός του σπιτιού είναι συνήθως νοτιοανατολικός ώστε το σπίτι να απολαμβάνει το φυσικό φως ενώ οι τοίχοι έχουν πάχος 60-80 εκ. ώστε να διασφαλίζεται η επιθυμητή θερμοκρασία. Τα ανοίγματα για τον ίδιο λόγο είναι μικρά ενώ στη βόρεια πλευρά υπήρχε σχεδόν πάντα ένα άνοιγμα για να δροσίζεται το σπίτι το καλοκαίρι από τα μελτέμια αλλά και για να μην μπαίνει ο κρύος αέρας τον χειμώνα. Επιπλέον το λευκό χρώμα των τοίχων περιορίζει την απορρόφηση θερμότητας. Οι τυπικές κατοικίες ήταν μονόχωρες ή δίχωρες και κυβόσχημες, ισόγειες ή διώροφες, με εμβαδόν δωματίων 3×4μ και ύψος 2,5μ καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμη βαριά ξυλεία και οι δοκοί δεν ξεπερνούσαν τα τρία μέτρα. 

Η πρωτεύουσα Χώρα έχει τη μορφή ενός μεσαιωνικού οχυρωματικού οικισμού με τα σπίτια να δημιουργούν ένα προστατευτικό τείχος έτσι όπως είναι χτισμένα κολλητά το ένα στο άλλο γύρω από την κορυφή του βράχου. Η πυκνή αυτή δόμηση συνεχίστηκε και πέρα από την περιοχή του παλιού Κάστρου δημιουργώντας τελικά τις σημερινές γειτονιές της Άνω και της Κάτω Χώρας.

Άλλο ένα χαρακτηριστικό δείγμα αμυντικής αρχιτεκτονικής θα συναντήσουμε στη Μονή Ταξιαρχών. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα τυπικό καστρομονάστηρο χτισμένο να κρατά έξω εισβολείς με το ψηλό περιμετρικό τείχος και τη μοναδική είσοδο ψηλά από το επίεπδο του εδάφους.

 

Η εποχή των μεταλλείων

Στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού στην περιοχή του Κουταλά και του Μεγάλου Λιβαδιού, τα ερείπια από τις κατοικίες μεταλλωρύχων, και τα απομεινάρια των παλιών υποδομών εξόρυξης, μαρτυρούν το μεταλλευτικό παρελθόν της Σερίφου.

Από την εποχή εκείνη σημαντικά από άποψης αρχιτεκτονικού ρυθμού είναι δύο κτίσματα: Το διώροφο κτίριο του Διοικητηρίου των μεταλλείων στο Μέγα Λιβάδι, από τις αρχές της δεκαετίας του 1890 και το Δημαρχείο του 1908 στην πλατεία της Άνω Χώρας. Και τα δύο νεοκλασικά κτίσματα έχουν κατασκευαστεί στο αρχιτεκτονικό στυλ του Ερνστ Τσίλλερ.

 

Οι κατοικιές, τα μιτάτα και τα κελιά

Η ύπαιθρος της Σερίφου παρουσιάζει την τυπική εικόνα που θα συναντήσουμε στα περισσότερα Κυκλαδονήσια. Πέτρινοι μύλοι, (κάποιοι έχουν αναπαλαιωθεί), φράκτες από ξερολιθιές, αναβαθμοί, οι λεγόμενες πεζούλες για την εκμετάλλευση και της παραμικρής διαθέσιμης καλλιεργήσιμης γης και διάσπαρτες παλιές πέτρινες κατασκευές, δηλαδή «κατοικιές», μιτάτα, κελιά και περιστερώνες.

Οι «κατοικιές», εμφανής παραφθορά της λέξης «κατοικίες», είναι αγροικίες φτιαγμένες από πέτρα, άλλες ασβεστωμένες κι άλλες όχι, διάσπαρτες σε όλο το νησί. Εδώ έμεναν οι αγρότες όταν έκαναν τις δουλειές τους στο ύπαιθρο και αποθήκευαν σοδιές. 

Οι κτηνοτρόφοι είχαν τα μιτάτα, επίσης πέτρινα μικρά κτίσματα με μάντρα για τα ζώα και όλη την απαραίτητη υποδομή για την παραγωγή τυροκομικών προϊόντων.

Τέλος υπήρχαν και τα «κρασοκέλια» που βρίσκονταν κοντά σε αμπέλια και χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση των κρασιών και για την επεξεργασία των σταφυλιών, τα «κλεφτοκέλια» μέσα σε απομονωμένες χαράδρες για την προστασία από τις πειρατικές επιδρομές, και οι φυσικά περιστερώνες που τους συναντάμε και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων, αφού η εκτροφή περιστεριών εισήχθηκε στις Κυκλάδες από τους Ενετούς στις αρχές του 11ου αιώνα.